ακρόνυχτος
-ος, -ο(ν), επίθ.
αυτός που συμβαίνει στην αρχή ή στο τέλος της νύκτας, σούρουπο, αυγή.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀκρο- + - νυχος < νὺξ, γεν. νυκτός [= νύχτα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακρόνυχτος», σ. 59. https://navalhistory.gr/lexiko/ακρονυχτοσ/