ακροατής
ο, ουσ.
- αυτός που ακούει ή παρακολουθεί κάποιο ακρόαμα
- αυτός που παρακολουθεί μαθήματα εκπαιδευτικής φύσεως, χωρίς όμως να είναι επίσημα εγγεγραμμένος ως μαθητής ή φοιτητής της σχολής.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀκροῶμαι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακροατής», σ. 58. https://navalhistory.gr/lexiko/ακροατησ/