ακίδα
η, ουσ.
- το μυτερό άκρο ενός αντικειμένου, μύτη βελόνας
- χειρουργικό εργαλείο.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀκίς, -ίδος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακίδα», σ. 56. https://navalhistory.gr/lexiko/ακιδα/