navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ακίδα

ακίδα

η, ουσ.

  1. το μυτερό άκρο ενός αντικειμένου, μύτη βελόνας
  2. χειρουργικό εργαλείο.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀκίς, -ίδος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακίδα», σ. 56. https://navalhistory.gr/lexiko/ακιδα/