ακέρωτος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που δεν έχει αλειφτεί με κερί
- αυτός που κηδεύτηκε χωρίς να γίνει νεκρώσιμη ακολουθία, άψαλτος.
Ετυμολογία
< α- στερητ. + κερωτός < κερώνω.
Επιρρήματα
ακέρωτα [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακέρωτος», σ. 56. https://navalhistory.gr/lexiko/ακερωτοσ/