navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ακέρωτος

ακέρωτος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δεν έχει αλειφτεί με κερί
  2. αυτός που κηδεύτηκε χωρίς να γίνει νεκρώσιμη ακολουθία, άψαλτος.

Ετυμολογία

< α- στερητ. + κερωτός < κερώνω.

Επιρρήματα

ακέρωτα [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακέρωτος», σ. 56. https://navalhistory.gr/lexiko/ακερωτοσ/