navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ακατέργαστος

ακατέργαστος

-η, -ο, επίθ.

αυτός που δεν μπορεί να δουλευτεί, αυτός που παραμένει στην αρχική του μορφή, συνών. αδούλευτος, ανεπεξέργαστος, (φρ.) «ακατέργαστα πετρελαιοειδή», προϊόντα που δεν έχουν δεχθεί επεξεργασία, όπως το μαζούτ και το αργό πετρέλαιο.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀκατέργαστος, -ον, < ἀ- [στερητ.] + κατεργάζομαι.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακατέργαστος», σ. 56. https://navalhistory.gr/lexiko/ακατεργαστοσ/