ακαταπόντιστος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που δεν βυθίστηκε σε κάποιο, θαλάσσιο ή λιμναίο, βάθος, συνών. βουλιαγμένος
- (μτφ.) αυτός που δεν έπεσε έξω οικονομικά ή επιχειρηματικά.
Ετυμολογία
< α- [στερητ.] + κατά + ποντίζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακαταπόντιστος», σσ. 55-56. https://navalhistory.gr/lexiko/ακαταποντιστοσ/