navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ακαταπόντιστος

ακαταπόντιστος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δεν βυθίστηκε σε κάποιο, θαλάσσιο ή λιμναίο, βάθος, συνών. βουλιαγμένος
  2. (μτφ.) αυτός που δεν έπεσε έξω οικονομικά ή επιχειρηματικά.

Ετυμολογία

< α- [στερητ.] + κατά + ποντίζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακαταπόντιστος», σσ. 55-56. https://navalhistory.gr/lexiko/ακαταποντιστοσ/