άκαρι
το, ουσ. [πληθ. ακάρεα]
(εντομ.) μικροσκοπικό ζωύφιο που ομοιάζει με αράχνη και τρέφεται από οργανικά υπολείμματα.
Ετυμολογία
< αρχ. ἄκαρι.
Παράγωγα
ακαρίαση [= δερματοπάθεια που οφείλεται σε ακάρεα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άκαρι», σ. 55. https://navalhistory.gr/lexiko/ακαρι/