αίσιος
-α, -ο, επίθ.
αυτός που δίνει ελπίδα για καλή έκβαση των πραγμάτων, ο ευνοϊκός, συνών. ευοίωνος, καλότυχος, αντών. δυσοίωνος.
Ετυμολογία
< μτγν. αἴσιος < αρχ. αἷσα [= μοίρα, πεπρωμένο].
Επιρρήματα
αίσια και αισίως [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αίσιος», σ. 53. https://navalhistory.gr/lexiko/αισιοσ/