αίσθηση
η, ουσ.
- καθεμιά από τις βασικές λειτουργίες με τις οποίες αντιλαμβανόμαστε τα όσα συμβαίνουν γύρω μας
- (ψυχολ.) η ικανότητα του ανθρώπου να αντιδρά και να δημιουργεί αισθήματα
- η σφαιρική εντύπωση που σχηματίζει κανείς για καταστάσεις
- η ζωηρή εντύπωση που δημιουργείται στο υποσυνείδητό μας.
Ετυμολογία
< αρχ. αἴσθησις < αἰσθάνομαι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αίσθηση», σ. 53. https://navalhistory.gr/lexiko/αισθηση/