navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αιθάλη

αιθάλη

η, ουσ. [χωρίς πληθ.]

  1. καπνιά που προέρχεται, κυρίως, από την καύση των ξύλων, συνών. άζα [< αρχ. ἄζω = αποξηραίνω, στεγνώνω, καψαλίζω], αζαγιά, ασβόλη
  2. ο τεχνητός άνθρακας χρήσιμος στην παρασκευή μελάνης χρωμάτων και άλλων υλικών
  3. θυρίδα καθαρισμού αιθάλης.

Ετυμολογία

< αρχ. αἰθάλη < αἴθω [= καίω, ανάβω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αιθάλη», σ. 51. https://navalhistory.gr/lexiko/αιθαλη/