αιθάλη
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- καπνιά που προέρχεται, κυρίως, από την καύση των ξύλων, συνών. άζα [< αρχ. ἄζω = αποξηραίνω, στεγνώνω, καψαλίζω], αζαγιά, ασβόλη
- ο τεχνητός άνθρακας χρήσιμος στην παρασκευή μελάνης χρωμάτων και άλλων υλικών
- θυρίδα καθαρισμού αιθάλης.
Ετυμολογία
< αρχ. αἰθάλη < αἴθω [= καίω, ανάβω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αιθάλη», σ. 51. https://navalhistory.gr/lexiko/αιθαλη/