αιγαίος
-α, -ο, και αιγαιακός, -ή, -ό, επίθ.
- αιγαίος, δηλ. πόντος [= πέλαγος], η ανοικτή θάλασσα
- (φρ.) «αιγαίος πολιτισμός», ο πολιτισμός της 2ης και 3ης χιλιετίας, «Αιγαίο πέλαγος».
Ετυμολογία
< αρχ. Αἰγαῖος, -α, -ον, < συγγ. με την προελληνική ρίζα αἴγ-α [= κατσίκα]. Έτσι η αρχ. σημασία ήταν τόπος με πολλές κατσίκες, ενν. πριν η θάλασσα πλημμυρίσει την ξηρά. Σύμφωνα με την παράδοση από το κύρ. όν. *1Αἰγεύς ή *2Αἰγαίων ή Αἰγαὶ, τοποθεσία της Εύβοιας ή της Αχαΐας.
Μυθολογια
α) Αιγεύς, βασιλιάς της Αθήνας. Γιος του Πανδίονα και της Πυλίας. Πατέρας του Θησέα, από την ένωσή του με την Αίθρα, και του Μήδου, από τη Μήδεια. β) Αιγαίων, μυθικός βασιλιάς της Εύβοιας με μεγάλη στρατιωτική δύναμη και πλούτο. Με τον τεράστιο στόλο του κυριάρχησε σ’ όλα τα νησιά των Κυκλάδων. Ίσως το γεγονός της θαλασσοκρατορίας του είναι ενισχυτικό της άποψης ότι αυτός χάρισε το όνομά του στο πέλαγος που περιβάλλει τα νησιά.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αιγαίος», σ. 49. https://navalhistory.gr/lexiko/αιγαιοσ/