αεροποίηση
η, ουσ.
μετατροπή οποιουδήποτε στερεού ή υγρού σώματος σε αέριο.
Ετυμολογία
< αέρ(ας) + -ο- + ποίηση < αρχ. ποιέω, ποιῶ [= κατασκευάζω, παράγω, δημιουργώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αεροποίηση», σ. 46. https://navalhistory.gr/lexiko/αεροποιηση/