navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αεροδρόμιο

αεροδρόμιο

το, ουσ.

επίπεδη έκταση διαμορφωμένη κατάλληλα για να δέχεται αεροπλάνα και να διαθέτει χώρους για τη συντήρηση των αεροσκαφών, την αποθήκευση των εμπορευμάτων, την υποδοχή των επισκεπτών κ.λπ. συνών. αερολιμένας.

Ετυμολογία

(αντιδάνειο) αγγλ. aerodrome και γαλλ. aérodrome < αρχ. ἀεροδρόμος < ἀήρ, γεν. ἀέρος + δρόμος.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αεροδρόμιο», σ. 45. https://navalhistory.gr/lexiko/αεροδρομιο/