άεργος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που δεν εργάζεται, που δεν έχει επαγγελματικά δραστηριοποιηθεί ή που δεν έχει αποκτήσει γνώσεις και ικανότητες επαγγελματικής φύσεως εξαιτίας διαφόρων προβλημάτων
- αυτός που αποφεύγει με πρόθεση την εργασία, συνών. τεμπέλης, οκνηρός, αργόσχολος.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀεργός < ἀ- [στερητ.] + -εργός < ἔργον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άεργος», σ. 44. https://navalhistory.gr/lexiko/αεργοσ/