αδιαφανής
-ής, -ές, επίθ.
- αυτός που δεν επιτρέπει να περάσει το φως από το σώμα του, ο μη διαφανής
- (μτφ.) αυτός που πραγματοποιείται όχι με καθαρές διαδικασίες.
Ετυμολογία
< α- [στερητ.] + διαφανής.
Επιρρήματα
αδιαφανώς [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αδιαφανής», σσ. 42-43. https://navalhistory.gr/lexiko/αδιαφανησ/