navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αδιάθετος

αδιάθετος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δεν έχει καλή διάθεση, συνών. κακοδιάθετος, κακόκεφος, δύσθυμος
  2. αυτός που δεν αισθάνεται υγιής, ελαφρά άρρωστος
  3. αυτός που δεν έχει διατεθεί, που δεν έχει καταναλωθεί, που δεν έχει χρησιμοποιηθεί, συνών. αδαπάνητος, απούλητος, αξόδευτος, αχρησιμοποίητος, άδοτος
  4. αυτός που δεν άφησε διαθήκη.

Ετυμολογία

< α- [στερητ.] + [αρχ.] διατίθημι [= διατάζω, ρυθμίζω] < δια + τίθημι.

Επιρρήματα

αδιαθέτως [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αδιάθετος», σ. 42. https://navalhistory.gr/lexiko/αδιαθετοσ/