αδιάθετος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που δεν έχει καλή διάθεση, συνών. κακοδιάθετος, κακόκεφος, δύσθυμος
- αυτός που δεν αισθάνεται υγιής, ελαφρά άρρωστος
- αυτός που δεν έχει διατεθεί, που δεν έχει καταναλωθεί, που δεν έχει χρησιμοποιηθεί, συνών. αδαπάνητος, απούλητος, αξόδευτος, αχρησιμοποίητος, άδοτος
- αυτός που δεν άφησε διαθήκη.
Ετυμολογία
< α- [στερητ.] + [αρχ.] διατίθημι [= διατάζω, ρυθμίζω] < δια + τίθημι.
Επιρρήματα
αδιαθέτως [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αδιάθετος», σ. 42. https://navalhistory.gr/lexiko/αδιαθετοσ/