navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αγκυρίζω

αγκυρίζω

ρ. [μετβ.]

  1. δένω άγκιστρο στο άκρο της αλυσίδας, αγκιστρώνω, συνών. γαντζώνω, κοτσάρω
  2. ακινητοποιώ κάτι με τη βοήθεια της άγκυρας ή κάποιου γάντζου.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀγκυρίζω < αρχ. ἄγκυρα [δες λ.].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγκυρίζω», σ. 38. https://navalhistory.gr/lexiko/αγκυριζω/