αγκυρίζω
ρ. [μετβ.]
- δένω άγκιστρο στο άκρο της αλυσίδας, αγκιστρώνω, συνών. γαντζώνω, κοτσάρω
- ακινητοποιώ κάτι με τη βοήθεια της άγκυρας ή κάποιου γάντζου.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀγκυρίζω < αρχ. ἄγκυρα [δες λ.].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγκυρίζω», σ. 38. https://navalhistory.gr/lexiko/αγκυριζω/