αγιάρι
το, ουσ.
- έλεγχος και ρύθμιση μηχανήματος με αντιπαραβολή
- αξιόπιστος τρόπος λειτουργίας ζυγού ή μηχανής, (φρ.) «έκανα στο καντάρι αγιάρι», κανόνισα την ακρίβειά του
- χωρητικότητα δοχείου
- το ταίρι ζευγαριού, (φρ.) «ψάχνει να βρει τα’ αγιάρι του».
Ετυμολογία
< τουρκ. âyar [= 1. ρύθμιση [της ώρας], ρέγουλα, μέτρο, διακανονισμός, 2. βαθμός καθαρότητας πολύτιμου μετάλλου, χρυσού κλπ. 3. ακρίβεια βάρους νομίσματος, 4. ταίρι] < αραβ. ʻayār [= ρύθμιση].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγιάρι», σ. 35. https://navalhistory.gr/lexiko/αγιαρι/