navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αγιάρι

αγιάρι

το, ουσ.

  1. έλεγχος και ρύθμιση μηχανήματος με αντιπαραβολή
  2. αξιόπιστος τρόπος λειτουργίας ζυγού ή μηχανής, (φρ.) «έκανα στο καντάρι αγιάρι», κανόνισα την ακρίβειά του
  3. χωρητικότητα δοχείου
  4. το ταίρι ζευγαριού, (φρ.) «ψάχνει να βρει τα’ αγιάρι του».

Ετυμολογία

< τουρκ. âyar [= 1. ρύθμιση [της ώρας], ρέγουλα, μέτρο, διακανονισμός, 2. βαθμός καθαρότητας πολύτιμου μετάλλου, χρυσού κλπ. 3. ακρίβεια βάρους νομίσματος, 4. ταίρι] < αραβ. ʻayār [= ρύθμιση].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγιάρι», σ. 35. https://navalhistory.gr/lexiko/αγιαρι/