navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αγέλη

αγέλη

η, ουσ.

  1. ομάδα ζώων του ίδιου είδους, συνών. κοπάδι
  2. (μτφ.) άβουλο πλήθος ανθρώπων που μετακινείται από τον ένα χώρο στον άλλο, συνών. μπουλούκι, μάζα, εσμός [= κοπάδι, σμήνος].

Ετυμολογία

< αρχ. ἄγω [= οδηγώ].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγέλη», σ. 35. https://navalhistory.gr/lexiko/αγελη/