αγέλη
η, ουσ.
- ομάδα ζώων του ίδιου είδους, συνών. κοπάδι
- (μτφ.) άβουλο πλήθος ανθρώπων που μετακινείται από τον ένα χώρο στον άλλο, συνών. μπουλούκι, μάζα, εσμός [= κοπάδι, σμήνος].
Ετυμολογία
< αρχ. ἄγω [= οδηγώ].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγέλη», σ. 35. https://navalhistory.gr/lexiko/αγελη/