αγγελιαφόρος
ο/η, ουσ. [παλαιότερα και συνηθέστερα, αγγελιοφόρος]
απεσταλμένος με ειδική αποστολή τη μεταφορά μηνύματος, συνών. μαντατοφόρος, απεσταλμένος.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀγγελία + φόρος < φέρω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγγελιαφόρος», σ. 34. https://navalhistory.gr/lexiko/αγγελιαφοροσ/