αγάρ-αγάρ
Και: άγαρ-άγαρ
το, άκλ.
πολυσακχαρίτης που παρασκευάζεται από κόκκινα θαλασσινά φύκια, χρήσιμος στη βιομηχανία τροφίμων ως πηκτική ουσία, στη βιομηχανία υφασμάτων, στη φαρμακευτική και στη μικροβιολογία.
Ετυμολογία
λ. μαλαισιανή που σημαίνει ζελέ, η ελλ. ονομασία γελάζη.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγάρ-αγάρ και άγαρ-άγαρ», σ. 33. https://navalhistory.gr/lexiko/αγαρ-αγαρ-και-αγαρ-αγαρ/