αβυσσώδης
-ης, -ες, επίθ.
- τεράστιος ανεξερεύνητος χώρος, συνών. αβυσσαλέος
- η μεγάλη διαφορά.
Ετυμολογία
< αβυσσώδης < ἄβυσσ(ος) < ά- [στερητ.] + βυσσός [= απύθμενος, ποιητικός τ. του ουσ. βυθός.] + -ώδης.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αβυσσώδης», σ. 33. https://navalhistory.gr/lexiko/αβυσσωδησ/