navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αβυσσώδης

αβυσσώδης

-ης, -ες, επίθ.

  1. τεράστιος ανεξερεύνητος χώρος, συνών. αβυσσαλέος
  2. η μεγάλη διαφορά.

Ετυμολογία

< αβυσσώδης < ἄβυσσ(ος) < ά- [στερητ.] + βυσσός [= απύθμενος, ποιητικός τ. του ουσ. βυθός.] + -ώδης.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αβυσσώδης», σ. 33. https://navalhistory.gr/lexiko/αβυσσωδησ/