αβυσσικός
-η, -ο, επίθ.
αυτός που σχετίζεται με την άβυσσο, (φρ.) «αβυσσική ζώνη», τμήμα ωκεανού ή θάλασσας που φτάνει σε μεγάλο βάθος, από τα 3.000-6.000μ., και βρίσκεται σε αέναο σκοτάδι, «αβυσσικές πεδιάδες», βαθιές πεδιάδες στους βυθούς των ωκεανών και στα κοιλώματα των παράκτιων θαλασσών.
Ετυμολογία
< άβυσσος + [καταλ.] -ικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αβυσσικός», σσ. 32-33. https://navalhistory.gr/lexiko/αβυσσικοσ/