- ThePlus Audio
Στη μνήμη των 4 μελών πληρώματος της ΤΠΚ ΚΩΣΤΑΚΟΣ (Όταν ο χρόνος γίνεται στιγμή και η στιγμή αιωνιότητα)
Γράφει ο Αντιναύαρχος (Μ) Ιωάννης Νάνος ΠΝ
Σάββατο 29 Μαρτίου 1997 και το ρολόι έδειχνε 17.58 με τον δευτερολεπτοδείκτη να συνεχίζει το ρυθμικό του τρεμουλιαστό γύρισμα. Το φορούσε στο αριστερό χέρι και ήταν μάρκας εταιρείας αθλητικών ειδών.
“Ναι ο γιός μου είναι, το ρολόι του είναι αυτό”. Ακούστηκε η φωνή ενός άνδρα που έστεκε εκεί κοντά με άλλους λίγους συγγενείς.
Ήταν αδύνατον να γίνει διαφορετικά επί τόπου η αναγνώριση, καθόσον τα σώματα των θυμάτων που απεγκλωβίζονταν είχαν σαπουνοποιηθεί. Έτσι απεκάλεσε το φαινόμενο αυτό ο ιατροδικαστής, λόγω της παραμονής τoυς επί τέσσερις και πλέον μήνες σε υγρό περιβάλλον. Είχε μείνει μόνο το σκούρο δέρμα επί των οστών. Το λυπημένο πρόσωπό του πατέρα με τα δακρυσμένα μάτια πήρε αμέσως μια πιο ήρεμη μορφή και στα μάτια του φάνηκε μια κάποια λάμψη ανακούφισης και πικρής ικανοποίησης. Είναι αδύνατο να περιγράψω το τι έβλεπα σε αυτό το πρόσωπο αυτού του λεβεντόκορμου πατέρα. Απλά τον πλησίασα του έσφιξα δυνατά το χέρι θέλοντας να του πω κουράγιο, μιας και δεν μπορούσα να βγάλω λέξη. Αυτός ο άνθρωπος είχε περάσει 145 βασανιστικές ημέρες και νύχτες έχοντας τυπικά το παιδί του αγνοούμενο, ενώ ήξερε και αυτός ότι ήταν εγκλωβισμένο στο πλοίο, που κείτονταν σε 165 μέτρα στο βυθό της θάλασσας εκεί κοντά στην Σάμο. Δεν ήξερε όμως ότι το ρολόι του, θα του κρατούσε συντροφιά αδιάκοπα με τον χαρακτηριστικό τικ-τακ, στην παγερή σιωπή του βυθού για τέσσερις ολόκληρους μήνες. Τώρα πια θα μπορούσε να πάρει τον γιό του και να τον αναπαύσει στην στεριά.
Πέρα από την κόπωση της ημέρας πέρα από τα συναισθήματα θλίψης από τις εικόνες που πέρναγαν μπροστά μας, παράξενα αισθάνθηκα και εγώ κάτι σαν ανακούφιση. Είχε περάσει περισσότερος χρόνος από τρεις μήνες με κύρια ενασχόληση μου, την ναυαγιαίρεση του ΤΠΚ ΚΩΣΤΑΚΟΣ. Αυτή όμως η αλησμόνητη στιγμή χαράχτηκε στην μνήμη μου με τρεις λέξεις. Αίσιο Μακάβριο Τέλος. Αυτές ακριβώς τις τρεις λέξεις ανέφερα τηλεφωνικά στον προϊστάμενό μου στο ΓΕΝ, μετά από τρεις ώρες, όταν ολοκληρώθηκε ο απεγκλωβισμός και των υπολοίπων τριών σορών.
Στις 4 Νοεμβρίου 1996, το Ε/Γ ΣΑΜΑΙΝΑ εκτελώντας δρομολόγιο από Βαθύ Σάμου προς Καρλόβασι και διαπλέοντας σε κοντινή απόσταση από την στεριά κοντά στα Αυλάκια, εμβόλισε στην δεξιά πρυμναία πλευρά το ΤΠΚ ΚΩΣΤΑΚΟΣ προκαλώντας του διαμπερές εγκάρσιο ρήγμα/τομή με αποτέλεσμα να το βυθίσει. Το Πολεμικό Πλοίο συμμετείχε στην Διακλαδική Άσκηση ΠΑΡΜΕΝΙΩΝ και ευρίσκετο αγκιστρωμένο κοντά στην στεριά στο σημείο εκείνο σύμφωνα με το σενάριο της ασκήσεως. Τα 34 μέλη του πληρώματος περισυλλέγησαν από προσελθόντα πλοία. Τα υπόλοιπα 4 μέλη, οι οποίοι ήσαν, ο Ανθυπασπιστής ΗΝ/ΣΝ Κ. Κοκκίνης, ο Κελευστής Ην/ΔΒ Α Ασπρογέρακας, ο Κελευστής ΗΝ/ΔΒ Γ. Αναδρανιστάκης και ο Κελευστής Η/Τ Β. Μαυρογιώργος, παρέμειναν εντός του πλοίου εγκλωβισμένοι στις τσαλακωμένες από την πρόσκρουση λαμαρίνες του Πρυμναίου Υποφράγματος.
Υπηρετούσα τότε ως Διευθυντής ΓΕΝ/Δ2 και μου ανατέθηκε παράλληλα με τα καθήκοντά μου, ο συντονισμός των ενεργειών της ναυαγιαιρέσεως. Κατά αρχήν για την εξέταση δυνατότητας και μεθόδων ανελκύσεως, το Πολεμικό Ναυτικό συνεργάστηκε με τον δύτη Κώστα Θωκταρίδη ο οποίος προσέφερε αυτός και η ομάδα του τις υπηρεσίες του και μάλιστα χωρίς κόστος για το ΠΝ, σε ότι αφορά τον εντοπισμό και τον έλεγχο καταστάσεως του πλοίου και του βυθού.
Το εγχείρημα για την εποχή εκείνη, θεωρείτο παγκοσμίως σχεδόν πρωτόγνωρο για ανέλκυση πλοίου 450 Τn και από βάθος 165 μ, και μάλιστα χωρίς να αποκοπεί το πρυμναίο τμήμα κατά την ανέλκυση (to be raised as it is). Αυτή η προϋπόθεση τέθηκε προκειμένου το τεράστιο εγκάρσιο ρήγμα στην πρύμνη να μην αποκοπεί τελείως και να παραμείνουν εγκλωβισμένα τα σώματα των τεσσάρων άτυχων Υπαξιωματικών, και στην συνέχεια να απεγκλωβισθούν ακέραια μετά την ανέλκυση. Αυτός ήτο και ο αυτοσκοπός της ανέλκυσης, η παράδοση δηλαδή των σωμάτων των θυμάτων στους οικείους τους, όπως εμφαντικά διατυπώθηκε στην απόφαση εγκρίσεως σκοπιμότητας από το Ανώτατο Ναυτικό Συμβούλιο προκειμένου να υπερκερασθεί το εμπόδιο του υψηλού κόστους. Από την αρχαιότητα οι Έλληνες δεν άφηναν νεκρούς αγνοούμενους, είτε στην στεριά είτε στην θάλασσα.
Στις 15 Μαρτίου του 1997 ολοκληρώθηκαν οι εργασίες ανελκύσεως σύμφωνα με τις προδιαγραφές της σύμβασης. Την 28 Μαρτίου 1997 το πλοίο μεταφέρθηκε με φορτηγίδα σε προβλήτα στον Ναύσταθμο Σαλαμίνος όπου την επομένη ημέρα άρχισαν οι εργασίες απεγκλωβισμού των σορών των τεσσάρων μελών του πληρώματος από προσωπικό Συνεργείων και Νοσοκομείου του Ναυστάθμου Σαλαμίνος, υπό την παρουσία ιατροδικαστή και συγγενών των θυμάτων για την αναγνώρισή των. Οι εργασίες κοπής των λαμαρινών και ελασμάτων εγένοντο προσεκτικά με φλόγα οξυγονοκολλήσεως και τροχό κοπής και κάθε τόσο απομακρύνοντο διάφορα αντικείμενα όπως σωλήνες, καλώδια, ξύλα από τραπέζια καρέκλες κρεβάτια και στρώματα. Όλα αυτά ήσαν τσαλακωμένα πιεσμένα σε μια συμπαγή μάζα και μεταξύ αυτών οι 4 τέσσερις σοροί.
Αμίλητοι, έντρομοι και με ένα κόμπο στο στομάχι και στο στήθος παρακολουθούσαμε την όλη διαδικασία. Όλα εγένοντο αυτόματα και ευλαβικά χωρίς κανείς να κατευθύνει η να δίνει εντολές, σαν να επρόκειτο περί εργασίας ρουτίνας. Ο ιατροδικαστής όρθιος και αυτός καθ όλη την διαδικασία σοβαρός αμίλητος χρειάστηκε τέσσερις φορές να ανέβει στα συντρίμμια του πλοίου για τις αντίστοιχες πρώτες τυπικές επιβεβαιώσεις θανάτου. Μου έμεινε η απορία γιατί κρατούσε, μύριζε και έβαζε κάθε τόσο στο στόμα του ένα κομμένο λεμόνι. Παρέμεινε και αυτή η ανάμνηση σαν απορία εκείνης της Στιγμής, που δεν θέλησα τότε να ρωτήσω ούτε μετά να διερευνήσω για να μην χαλάσει η αυθεντικότητα της στιγμής.
Το πλοίο τελικά θεωρήθηκε Total Loss ενώ διασώθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν οι Κύριες Μηχανές και πολλά μηχανήματα συσκευές και εξαρτήματα με ανάλογο οικονομικό όφελος για το ΠΝ.
Η όλη επιχείρηση ναυαγιαιρέσεως διήρκησε 40 ημέρες με κόστος το προβλεπόμενο από την σύμβαση 850 εκ. Δρχ.
Αψηφώντας κόστος και προσπάθειες το ΠΝ αποφάσισε σωστά και δεν άφησε στο βυθό τα σώματα των τεσσάρων μελών της οικογένειάς του.
Ήταν μια μεγάλη επιχείρηση που χαράχθηκε ανεξίτηλα στην μνήμη μου κυρίως από την έκφραση του προσώπου του πατέρα που αναγνωρίζει το γιό του έστω και από ένα προσωπικό του αντικείμενο, το ρολόι.
Ο επίλογος αυτής της ΣΤΙΓΜΗΣ για μένα γράφτηκε δύο χρόνια σχεδόν αργότερα. Υπηρετούσα ως Διευθυντής της Τεχνικής Διευθύνσεως του Ναυστάθμου Σαλαμίνος από τον Ιούνιο 1998 και το ΤΠΚ ΚΩΣΤΑΚΟΣ ευρίσκετο ακόμη επί της προβλήτος σε κακή κατάσταση με το τεράστιο διαμπερές ρήγμα και σχισμένες τις λαμαρίνες. Αυτό το θέαμα είχε σαν αποτέλεσμα την δυσμενή επίδραση στο ηθικό των πληρωμάτων όλων των πλοίων του Στόλου που ήσαν στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας. Υπήρχε όμως εισαγγελική απόφαση να παραμείνει ως έχει, ως αντικείμενο δικογραφίας μέχρι να τελειώσει η δίκη για το Ναυτικό Ατύχημα. Τελικά αποφασίστηκε από το ΠΝ η κατάτμηση και εκποίησή του ως σκραπ. Οι εργασίες άρχισαν τον Ιανουάριο του 1999.
Ήταν 7 Ιανουαρίου του 1999, του Άη Γιαννιού, και το γραφείο του Διευθυντή της Τεχνικής Διευθύνσεως Ναυστάθμου, είχε γιορτινή ατμόσφαιρα λόγω της ονομαστικής εορτής μου. Στo τραπέζι συσκέψεων μέσα στο γραφείο υπήρχαν αναψυκτικά και γλυκά, κυρίως κουραμπιέδες και μελομακάρονα. Δεσπόζουσα θέση είχαν τα χειροποίητα από την Ηγουμένη και Μοναχές της Μονής Φανερωμένης. Προς το μεσημέρι και εκεί που είχαν αραιώσει οι επισκέψεις Αξιωματικών του Ναυστάθμου και του Στόλου καθώς και του εργαζομένου πολιτικού προσωπικού, κτυπάει το τηλέφωνο. Ήταν ο Διοικητής του Ναυστάθμου ο οποίος με ενημέρωσε ότι είναι στο γραφείο του οι συγγενείς των θυμάτων του ΚΩΣΤΑΚΟΣ και ζητούν να είναι παρόντες σε όλες τις εργασίες κοπής του Πλοίου και τους είπε να έρθουν σε μένα να τους εξηγήσω την επικινδυνότητα της καταστάσεως.
Σε λίγο μπαίνουν στο γραφείο μου τέσσερις μαυροφορεμένες γυναίκες και δύο γενειοφόροι άνδρες. Οι τρεις ήταν μητέρες, μία αδελφή και οι δύο οι πατέρες των αδικοχαμένων. Αφού τους καλωσόρισα τους ζήτησα συγνώμη για την γιορτινή εμφάνιση του γραφείου μου για μια τέτοια σοβαρή συνάντηση. Μου ευχήθηκαν με την σειρά τους για την γιορτή μου και δέχτηκαν και το κέρασμα. Η συζήτηση ήταν απλή και ήρεμη. Όταν όμως διασταυρώνονταν τα βλέμματα μας με του πατέρα εκείνου του θύματος που πρώτο απεγκλωβίστηκε, γινόταν μια στιγμιαία ηλεκτρική εκκένωση και ασυναίσθητα και οι δυο σκύβαμε το κεφάλι και το βλέμμα μας έπεφτε στα χέρια μας, πράγματι τα ρολόγια μας δούλευαν. Τους εξήγησα όσο πιο απλά μπορούσα ότι θα ήταν επικίνδυνο να κόβονται κομμάτια λαμαρίνες και σίδερα και να ευρίσκονται κάτω από το πλοίο οι συγγενείς για να ξεχωρίσουν τυχόν προσωπικά αντικείμενα των θυμάτων. Τους υποσχέθηκα ότι όλα τα προσωπικά αντικείμενα θα συγκεντρωθούν και θα φυλαχτούν ώστε στην συνέχεια να αναγνωρισθούν και να παραληφθούν από τους ιδίους. Το βρήκαν λογικό και σηκώθηκαν να αποχωρήσουν.

Τότε αστραπιαία μου ήρθε η ιδέα. “Έχετε υπ όψη σας ότι από τις προπέλες του πλοίου που θα τις λιώσουμε στο χυτήριο θα κατασκευάσουμε και τέσσερις καμπάνες μία για το κάθε παιδί που θα γράφει το όνομά του καθώς και το όνομα του πλοίου. Να τις βάλετε εκεί που τώρα είναι τα παιδιά στην στεριά. Θα ακούγεται ο πιο μελωδικός ήχος που βγάζει καμπάνα χυτευμένη από κράμα μπρούτζου προπέλας. Αφήστε μας τις διευθύνσεις και θα σας τις στείλουμε”. Πρώτη φορά νομίζω θα φάνηκε το χαμόγελο στα χείλη τους μετά από δύο χρόνια.
Πράγματι μετά από δυο μήνες τέσσερις μικρές καμπάνες ήταν έτοιμες και πήγαν στο προορισμό τους. Μία πέμπτη μικρή καμπάνα με το όνομα του πλοίου μού δόθηκε, ως αναμνηστικό δώρο έκπληξη, από τον προϊστάμενο του χυτηρίου, όπως η φωτογραφία στο παρόν. Δεν έχω ακούσει να βγαίνει τόσο μελωδικός και τόσο μακρόσυρτος ήχος από καμιά άλλη καμπάνα.
Ας είναι αιωνία η μνήμη των τεσσάρων απολεσθέντων εν ώρα καθήκοντος μελών του Πολεμικού Ναυτικού.
Θα ήθελα να διορθώσω μια ανακρίβεια στο άρθρο του κυρίου Νάνου που αφορά στο δυστύχημα του Κωστάκος επειδή θεωρώ ότι προσβάλει τη ναυτοσύνη των αξιωματικών του Ε.Ν. Τα διασωθέντα μέλη της ΤΠΚ περισυνελλέγησαν από τη θάλασσα με τις σωστικές λέμβους του Σάμαινα και μάλιστα ο πλοίαρχος του τηρώντας κατά γράμμα τους κανόνες εμβολισμού δεν έδωσε εντολή αποκόλλησης του πλοίου δίνοντας έτσι πολύτιμο χρόνο στη διάσωση των υπολοίπων.
Μετά τιμής
Μπαρούς Σταμάτιος